1. Ιστορία
1.1. Πρωτοβυζαντινή περίοδος
Η Έφεσος, στις εκβολές του ποταμού Καΰστρου, ανήκε στην ιωνική Δωδεκάπολη. Κατά την Αρχαιότητα ήταν γνωστή για τη λατρεία της Αρτέμιδος, προς τιμήν της οποίας είχε χτιστεί ναός που θεωρούνταν ένα από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ο πλούτος της Εφέσου οφειλόταν στο γεγονός ότι έλεγχε μια πολύ μεγάλη περιοχή. Επίσης διέθετε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μικράς Ασίας, στο οποίο κατέληγε η ρωμαϊκή Κοινή οδός, που ανέβαινε στο υψίπεδο της κεντρικής Μικράς Ασίας από την κοιλάδα του Μαιάνδρου και οδηγούσε στην Ανατολή. Το 262 μ.Χ. η πόλη υπέστη την επίθεση των Γότθων, κατά την οποία ο ναός της Αρτέμιδος καταστράφηκε. Ωστόσο, η Έφεσος άνθησε ξανά κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, γεγονός που ευνοήθηκε από τις ειρηνικές συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο αυτή στην αυτοκρατορία.
Σε όλη τη διάρκεια της Πρωτοβυζαντινής περιόδου η πόλη ήταν οικονομικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της επαρχίας Ασίας, καθώς και έδρα του ανθυπάτου Ασίας, μητρόπολη και, εξαιτίας της εκκλησιαστικής ιστορίας της, σημαντικός προσκυνηματικός προορισμός. Κατά την περίοδο αυτή εξάλλου η Έφεσος ήταν γνωστή για τις σχολές της. Η πόλη υποστήριζε οικονομικά τους διδασκάλους και τους φιλόσοφους. Πιο γνωστός φιλόσοφος της εποχής ήταν ο Μάξιμος, διδάσκαλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Στην Έφεσο λειτουργούσε κατά την ύστερη Αρχαιότητα τουλάχιστον σχολή ιατρικής, που πιθανόν συνέχισε να λειτουργεί και αργότερα. Τον 6ο αιώνα η Έφεσος αναφέρεται πρώτη μεταξύ των πόλεων της επαρχίας Ασίας στον Συνέκδημο του Ιεροκλή.1 Από τον Στέφανο Βυζάντιο (6ος αι.) χαρακτηρίζεται «επιφανέστατη πόλη της Ιωνίας και λιμάνι σε κόλπο».2
1.2. Μεσοβυζαντινή περίοδος (μέχρι τον 11ο αι.)
1.2.1. Από τον 7ο έως τον 9ο αι.
Η ευημερία της ύστερης Αρχαιότητας τελείωσε με την περίοδο των βυζαντινοπερσικών πολέμων (602-628), κατά την οποία ολόκληρη η Μικρά Ασία βρέθηκε εκτεθειμένη στις καταστροφές του περσικού στρατού. Το 614 η Έφεσος χτυπήθηκε από ισχυρό σεισμό, που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης. Τους περσικούς πολέμους τους διαδέχθηκαν οι σφοδρές αραβικές επιδρομές του 7ου αιώνα. Σύμφωνα με πληροφορία που παραδίδεται από το έργο του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν (10ος αι.) και δεν επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές, την Έφεσο και την περιοχή της λυμαινόταν ο Άραβας αρχηγός Μαυίας (al-Muawiya ή Μωαβίας). Κατά τον Foss, τo γεγονός αυτό χρονολογείται το 654/5 και εντάσσεται στο πλαίσιο μεγάλης αραβικής επίθεσης εναντίον της αυτοκρατορίας.3 Ωστόσο, η τύχη της πόλης σε σχέση με τις επιθέσεις των Αράβων είναι στην πραγματικότητα άγνωστη, αφού οι πληροφορίες που δίνουν οι πηγές είναι φειδωλές και δεν αφορούν άμεσα την Έφεσο. Οι επιδρομές που πιθανώς να επηρέασαν την πόλη είναι οι εξής: το 670 στη Χίο και την Κύζικο· το 672 στη Σμύρνη· το 716/7 στις Σάρδεις και την Πέργαμο. Στα γεγονότα που ενδεχομένως επηρέασαν την Έφεσο συγκαταλέγονται και η επανάσταση του Αρταβάσδου το 742-743, η επιδημία βουβωνικής πανώλης του 744/5 (ή 747/8) και πιθανώς η στάση του Θωμά του Σλάβου (820/1-823).4 Γύρω στον 7ο ή 8ο αι. η Έφεσος ενσωματώθηκε στη νέα διοικητική οργάνωση της αυτοκρατορίας και υπήχθη στο θέμα Θρακησίων· θεωρείται μάλιστα ότι ήταν η πρωτεύουσα του θέματος αυτού. Η ιστορία της πόλης είναι στο εξής στενά συνδεδεμένη με τη δράση γνωστών στρατηγών του θέματος που κατά καιρούς διέμεναν στην Έφεσο, όπως ο Μιχαήλ Λαχανοδράκων (8ος αι.), που ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στο πλαίσιο της Έριδας των εικόνων εναντίον των μοναχών του θέματος Θρακησίων, και ο Πετρωνάς (9ος αι.). Η Έφεσος, σύμφωνα με τις πηγές τις προσκείμενες στους οπαδούς των εικόνων, έγινε τόπος μαρτυρίου για αρκετούς μοναχούς του θέματος· συγκεκριμένες αναφορές υπάρχουν για τα έτη 766 και 770.5 Σύμφωνα με αραβικές πηγές, το 780/1 η Έφεσος δέχθηκε αραβική επίθεση και λεηλατήθηκε. Οι Άραβες έφυγαν από την πόλη παίρνοντας μαζί τους 7.000 αιχμαλώτους. H Rochow συνδέει την επιδρομή αυτή με σχετική αναφορά που κάνει ο Θεοφάνης για το έτος 776/7 σε μεγάλη αραβική εκστρατεία, η οποία και επέφερε αντίποινα των Bυζαντινών στη Συρία τον επόμενο χρόνο (777/8).6 Το 798/9 η Έφεσος επλήγη από άλλη μία επιδρομή, για την οποία δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες στις αραβικές πηγές.7 Το 867/8 οι Παυλικιανοί της Τεφρικής επέδραμαν στη Μικρά Ασία και φθάνοντας στην Έφεσο κατέλαβαν το φρούριο του Θεολόγου και εισήλθαν στο ναό του Ιωάννη του Θεολόγου με τα άλογά τους.8
1.2.2. 10ος-11ος αι.
Παρά τις αντιξοότητες της προηγούμενης περιόδου, η Έφεσος παρέμεινε το μεγάλο θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής εξαιτίας της θέσης στην οποία βρισκόταν, όπου οδηγούσαν δρόμοι από το βορρά, το νότο και τα ανατολικά. Για τον 10ο και τον 11ο αιώνα πληροφορίες αντλούνται από τους Βίους του οσίου Παύλου του Νέου και του οσίου Λαζάρου του Γαλησιώτου. Στο Βίο του Παύλου του Νέου (10ος αι.) αναφέρονται μοναχοί που μετέβαιναν στην Έφεσο από το κοντινό όρος Λάτρος (περιοχή Μιλήτου).9 Ο όσιος Λάζαρος (11ος αι.) αρχικά εγκαταστάθηκε κοντά στο δρόμο που οδηγούσε στη Σμύρνη, αλλά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη θέση του επειδή το μέρος ήταν πολυσύχναστο. Οι μονές που ίδρυσε κατόπιν στο Γαλήσιον όρος (η μονή Σωτήρος, η μονή Θεοτόκου και η μονή Αναστάσεως, στα βόρεια της Εφέσου) έγιναν κέντρα προσκυνήματος, μαζί με την ίδια την Έφεσο και το ναό του Θεολόγου, από ανθρώπους που προέρχονταν από διαφορετικές γωνιές της αυτοκρατορίας. Στο Βίο του οσίου Λαζάρου γίνεται λόγος για προσκυνητές από την κεντρική Μικρά Ασία, την Αττάλεια και τα νησιά, αλλά και για ξένους που διέρχονταν από την Έφεσο κατά τη μετάβασή τους προς ή από τους Αγίους Τόπους.
1.3. Υστεροβυζαντινή περίοδος (τέλη του 11ου αι. - αρχές του 14ου αι.)
Η Έφεσος δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τη διείσδυση των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία, που ακολούθησε την ήττα των Βυζαντινών στο Μαντζικέρτ (1071), και κατελήφθη από τον εμίρη Ταγγριπερμή (Tengri-bermis). Οι Σελτζούκοι εκδιώχθηκαν περίπου το 1096/7, έπειτα από μάχη που έδωσαν τα βυζαντινά στρατεύματα υπό την ηγεσία του Ιωάννη Δούκα, μεγάλου δούκα, μπροστά στην πόλη. Ο Ιωάννης Δούκας απελευθέρωσε έτσι τη δυτική Μικρά Ασία και έθεσε την Έφεσο υπό τη δικαιοδοσία ενός δούκα, του Πετζέα. Το 1147/8 πέρασαν από την περιοχή της Εφέσου τα φραγκικά και τευτονικά στρατεύματα της Β' Σταυροφορίας, όπου παρέμειναν για τον εορτασμό των Χριστουγέννων του 1147. Την παραμονή των Χριστουγέννων οι σταυροφόροι δέχθηκαν επίθεση από Τούρκους που είχαν φθάσει έως την Έφεσο και πιθανώς ενισχύθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό. Μετά το 1204 η Έφεσος ενσωματώθηκε στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας, αναγνωρίζοντας σχεδόν αμέσως (1206) την εξουσία του αυτοκράτορα Θεοδώρου Α' Λασκάρεως. Πληροφορίες για την περίοδο αυτή προέρχονται από το αρχείο της μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου της Πάτμου, η οποία απέκτησε κτήματα σε αυτή την περιοχή. Ο σημαντικότερος λόγιος της εποχής αυτής, ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, έγινε ηγούμενος στην κοντινή στην Έφεσο μονή του Αγίου Γρηγορίου, όπου και δίδασκε. Γνωστοί μαθητές του Βλεμμύδη της περιόδου αυτής είναι ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β' Λάσκαρις (1254-1258). Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς (1261) το κέντρο βάρους της πολιτικής του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου μετατοπίστηκε στη Δύση, και η Μικρά Ασία για ένα χρονικό διάστημα αφέθηκε στην τύχη της. Αυτό έδωσε στους Τούρκους την ελευθερία να πραγματοποιούν επιδρομές μέχρι τα δυτικά παράλια. Η κατάσταση για την Έφεσο έγινε πολύ επικίνδυνη μετά την απώλεια και της κοιλάδας του Μαιάνδρου (γύρω στο 1280). Η δραστηριότητα του Αλεξίου Φιλανθρωπηνού (1293-1295) και του Ιωάννη Ταρχανειώτη (1297) στην περιοχή ήταν μόνο πρόσκαιρη ανακούφιση. Το 1304 η Καταλανική Εταιρεία υπό την ηγεσία του Ρογήρου de Flor, έπειτα από επιτυχημένη εκστρατεία εναντίον των Τουρκομάνων στη Λυδία και στην κοιλάδα του άνω Καΰστρου, έφθασε στην Έφεσο, όπου παρέμεινε οκτώ ημέρες, αποσπώντας πολλά χρήματα από τους κατοίκους. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στην Αναία, κοντά στην οποία κατανίκησε τους Τουρκομάνους. Πολύ σύντομα η επιτυχημένη αυτή εκστρατεία τελείωσε με την ξαφνική ανάκληση των Καταλανών στην Κωνσταντινούπολη. Αμέσως η περιοχή κατακλύστηκε από τους Τουρκομάνους, που βρίσκονταν υπό την ηγεσία του Σασάν (Sasa bey). Η Έφεσος, μετά την κατάκτηση της γειτονικής Θυραίας, συνθηκολόγησε με τον Σασάν στις 24 Οκτωβρίου 1304 (κατά τον Failler, στις 24 Οκτωβρίου 1305)10 και στη συνέχεια ενσωματώθηκε στο εμιράτο του Αϊδινίου.
2. Διοίκηση
2.1. Πρωτοβυζαντινή περίοδος
Μετά την εγκαθίδρυση της ρωμαϊκής κυριαρχίας η Έφεσος έγινε πρωτεύουσα της επαρχίας Ασίας, η οποία μειώθηκε σημαντικά σε έκταση με τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού. Η Έφεσος ήταν, κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, αυτόνομη πόλη. Η βουλή και ο δήμος είχαν ενεργό, αν και περιορισμένο, ρόλο μέχρι και τον 4ο αιώνα τουλάχιστον. Τα όργανα της αυτοδιοίκησης έδρευαν στο Πρυτανείο και το Βουλευτήριο, που συνέχισε να λειτουργεί και μετά τον 4ο αιώνα. Τα καθήκοντα που το συμβούλιο έχανε με το πέρασμα του χρόνου τα αναλάμβαναν οι εκάστοτε ανθύπατοι, οι οποίοι αναμειγνύονταν όλο και πιο ενεργά στη διοίκηση της πόλης στην οποία είχαν την έδρα τους. Κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο ο δήμος της Εφέσου εκδήλωνε δυναμικά την προτίμηση ή την απαρέσκειά του για τα μέτρα του εκάστοτε ανθυπάτου της Ασίας. Ο δήμος συγκεντρωνόταν στο Θέατρο της πόλης, όπου συνήθως γίνονταν οι αναφωνήσεις. Εξεγέρσεις υποκινούμενες από συγκεκριμένες ομάδες11 ανιχνεύονται στις πηγές. Πιο γνωστές είναι οι εξεγέρσεις που έγιναν κατά τη Γ' Οικουμενική Σύνοδο (431) και κατά τη Σύνοδο του 449 (Ληστρική). Σημαντικό ρόλο στα γεγονότα είχαν οι οργανώσεις των δήμων, οι Πράσινοι και οι Βένετοι. Η αντιπαράθεση των οργανώσεων αυτών σε σχέση με τις πολιτικές και τις θρησκευτικές εξελίξεις στην αυτοκρατορία φαίνεται ανάγλυφα στις επιγραφές της Εφέσου, που χρονολογούνται στα χρόνια του αυτοκράτορα Φωκά (602-610) και στα πρώτα έτη της βασιλείας του Ηρακλείου (610-641).12 Κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο τελούνταν στην Έφεσο αγώνες προς τιμήν του αυτοκράτορα, με την ευκαιρία των οποίων συζητούνταν κοινά ζητήματα της επαρχίας Ασίας. Ο αυτοκράτορας Ουάλης όρισε με νόμο ότι οι αγώνες, επειδή αποτελούσαν πολύ μεγάλη επιβάρυνση για τα οικονομικά της πόλης, θα τελούνταν εκ περιτροπής σε τέσσερις πόλεις της επαρχίας Ασίας που είχαν τον τίτλο της μητρόπολης.
2.2. Μεσοβυζαντινή περίοδος μέχρι τον 11ο αι.
Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο η Έφεσος ενσωματώθηκε στη νέα διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας, τα θέματα,13 και έγινε πρωτεύουσα του θέματος Θρακησίων. Η πρώτη βέβαιη μνεία του θέματος αυτού χρονολογείται στη βασιλεία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε' (741-775), αλλά σύμφωνα με τις νεότερες απόψεις είναι πιθανόν ότι και αυτό ιδρύθηκε τον 7ο αι., όπως και τα άλλα μεγάλα θέματα.14 Ως πρωτεύουσα η Έφεσος ήταν έδρα πολυάριθμων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων του θέματος, που είναι γνωστοί από τις σφραγίδες τους. Μαρτυρείται δρουγγάριος Εφέσου,15 άρχων και διοικητής (αξίωμα που είναι γνωστό επίσης και από το Βίο του Λαζάρου Γαλησιώτου).16 Υπήρχαν επίσης νοτάριοι, πιθανώς της υπηρεσίας του γενικού λογοθεσίου. Από τις σφραγίδες είναι ακόμα γνωστό ότι η πόλη της Εφέσου είχε τον καστροφύλακά της, που αναφέρεται ως «παραφύλαξ Θεολόγου». Η διοικητική σημασία της Εφέσου δικαιολογεί το γεγονός ότι η Έφεσος αναφέρεται πρώτη μεταξύ των είκοσι σημαντικότερων πόλεων του θέματος Θρακησίων στο έργο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' Περί θεμάτων (10ος αι.). Στα τέλη του 9ου αι. η παραλία της Εφέσου υπήχθη στο νέο θέμα της Σάμου. Η Έφεσος αποτέλεσε, σύμφωνα με το Περί θεμάτων, έδρα τούρμας του νέου θέματος,17 μολονότι ο στρατηγός Σάμου κατοικούσε στη Σμύρνη.
2.3. Η διοίκηση κατά το 12ο και το 13ο αι.
Μετά την εκδίωξη των Σελτζούκων από τη δυτική Μικρά Ασία, το 1096/7, η Έφεσος τέθηκε υπό την ηγεσία ενός δούκα, αξίωμα που αντικατέστησε στο εξής το στρατηγό του θέματος. Αυτή η ρύθμιση ήταν προσωρινή και διήρκεσε μέχρι την ανασύσταση των θεμάτων, για την οποία η Ahrweiler υποθέτει ότι επήλθε μετά το 1133 και πριν από το 1143.18 Από τα γεγονότα του 12ου αιώνα, ωστόσο, που εκτυλίσσονται ανατολικότερα, προκύπτει ότι πρωτεύουσα του νέου θέματος Θρακησίων ήταν μάλλον η Φιλαδέλφεια. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη στρατηγική θέση της πόλης αυτής κοντά στα βυζαντινοτουρκικά σύνορα. Ωστόσο η Έφεσος έγινε εκ νέου πρωτεύουσα του θέματος Θρακησίων το 13ο αιώνα, όπως συνάγεται από σχετικό χωρίο της Αυτοβιογραφίας του Νικηφόρου Βλεμμύδη.19 Οι δραστηριότητες των δουκών του θέματος Θρακησίων αυτή την εποχή συνδέονται κατά καιρούς τόσο με την περιοχή της Φιλαδέλφειας όσο και με το θέμα Μυλάσσης και Μελανουδίου. Η λειτουργία του θέματος Θρακησίων κατά το 13ο αιώνα είναι γνωστή πολύ καλά από τα μοναστηριακά αρχεία.
3. Οικονομία
3.1. Πρωτοβυζαντινή περίοδος
Η Έφεσος, αρχικά παραθαλάσσια, ήταν χτισμένη μεταξύ δύο λόφων, του Bulbuldağıκαι του Panayirdağı. Κατά την Αρχαιότητα αλλά και την Πρωτοβυζαντινή και Μεσοβυζαντινή περίοδο η οικονομική δύναμη της Εφέσου στηριζόταν στο λιμάνι της, που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της Μικράς Ασίας και σε αυτό κατέληγαν μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι από την Ανατολή. Στο λιμάνι της Εφέσου έφθαναν πλοία από την ανατολική Μεσόγειο, τη Νικομήδεια και την Αίγυπτο. Η μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα που παρατηρείται μετά τη διακυβέρνηση του Διοκλητιανού προϋποθέτει την ύπαρξη πολλών τεχνιτών, ξυλουργών, γλυπτών, λιθοξόων, ζωγράφων, αγγειοπλαστών και ψηφιδογράφων. Γι’ αυτούς ωστόσο δεν υπάρχουν άμεσες μαρτυρίες. Από τους άλλους επαγγελματίες υπάρχει μόνο η μαρτυρία ενός αλιέως καβουριών. Η Έφεσος ήταν το κέντρο μιας πλούσιας αγροτικής περιοχής, στην οποία υπήρχαν μεγάλοι γαιοκτήμονες. Κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο μεγάλο μέρος της έγγειας ιδιοκτησίας κατείχε η Εκκλησία της Εφέσου. Η Βασιλίνα, μητέρα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, είχε μεγάλα κτήματα στην περιοχή, τα οποία κληροδότησε στην Εκκλησία της πόλης.
3.2. Μεσοβυζαντινή περίοδος
Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο η Έφεσος συνέχισε να είναι μεγάλο κέντρο της περιοχής με σημαντική οικονομική δραστηριότητα, αφού το λιμάνι εξακολουθούσε να λειτουργεί και αναφέρεται ως ενδιάμεσος σταθμός σε θαλάσσια ταξίδια. Στο Βίο του Γρηγορίου του Δεκαπολίτη (9ος αι.) αναφέρεται ότι στο λιμάνι υπήρχε πλήθος πλοίων, τα οποία όμως δεν ταξίδευαν εξαιτίας του φόβου για τις επιδρομές των Αράβων. Ωστόσο, το λιμάνι της Εφέσου δεν ήταν αρκετά μεγάλο για να φιλοξενήσει, το 10ο αιώνα, το στόλο που ξεκινούσε για τις εκστρατείες εναντίον των Αράβων της Κρήτης, ο οποίος συγκεντρωνόταν πια στα Φύγελα. Η εξέλιξη αυτή οφειλόταν στη σταδιακή απόφραξη του λιμανιού από τις προσχώσεις του Καΰστρου. Κατά τον Foss, πιθανόν τον 10ο αιώνα ήταν σε χρήση το νέο λιμάνι, περίπου τρία χιλιόμετρα έξω από την πόλη, το οποίο είναι γνωστό κυρίως από τη μεταγενέστερη χρήση του από τους Ιταλούς εμπόρους.20 Στην Έφεσο γινόταν κάθε χρόνο το πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στο οποίο συγκεντρώνονταν κόσμος από τις γύρω περιοχές και πολλοί έμποροι. Ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών ήταν μεγάλος. Όταν ο Κωνσταντίνος ΣΤ' μετέβη στην Έφεσο για προσκύνημα (794-795), χάρισε στη μητρόπολη της Εφέσου τους φόρους από το πανηγύρι (κομμέρκιον), που ανέρχονταν στο σημαντικό ποσό των εκατό λιτρών χρυσού (7.200 νομίσματα). Από το Βίο του αγίου Λαζάρου Γαλησιώτου εξάλλου (11ος αι.) μαρτυρούνται, εκτός από τους επαγγελματίες αλιείς, αρωματοποιοί, γυψοπλάστες και ναύτες, καθώς και αρτοκοπείο, που τελούσε υπό την επίβλεψη του διοικητή Εφέσου. Η εμπορική σημασία της Εφέσου για την περιοχή και για τους Βυζαντινούς γενικότερα φαίνεται και από την αναγραφή της στα πρώτα χρυσόβουλα που παραχωρήθηκαν στους Βενετούς, το 1082 και το 1148. Ωστόσο η Έφεσος δε φαίνεται να προσέλκυσε Ιταλούς εμπόρους και παραλείπεται στο χρυσόβουλο του 1198 και στην Partitio Romaniae. Κατά τον Lilie δεν είχε κανένα εμπορικό ρόλο αυτή την εποχή, κάτι που ο μελετητής αποδίδει στην απόφραξη του λιμανιού.21
3.3. Υστεροβυζαντινή περίοδος
Στις αρχές του 13ου αιώνα η μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου της Πάτμου απέκτησε μετόχι στην περιοχή της Εφέσου (στα Φύγελα). Ως εκ τούτου, στο αρχείο της μονής σώζονται έγγραφα που αφορούν την Έφεσο, από τα οποία φαίνεται ότι η περιοχή, την οποία εκμεταλλεύονταν γεωργικά οι κάτοικοι της πόλης, ήταν μεγάλη και έφτανε μέχρι τα Φύγελα. Στην περιοχή υπήρχαν αμπέλια, ενώ είναι πολύ πιθανόν, αν και δεν μαρτυρείται αυτή την εποχή, ότι σημαντική ήταν η καλλιέργεια σιτηρών στην κοιλάδα του Καΰστρου. Από τα έγγραφα της Πάτμου, εξάλλου, είναι γνωστό ότι η Έφεσος, παρά την προϊούσα πρόσχωση του λιμανιού, αυτή την εποχή διέθετε σκάλα, για την οποία τα πλοία της μονής Πάτμου είχαν φορολογικές απαλλαγές. Μετά τη συνθήκη του Νυμφαίου (1261), σύμφωνα με την οποία η Γένουα απέκτησε το δικαίωμα να διατηρεί εμπορική συνοικία στην κοντινή Αναία, Γενουάτες έμποροι δραστηριοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Εφέσου. Ωστόσο μαρτυρίες προέρχονται από τα μέσα του 14ου αιώνα και εξής, οπότε στην Έφεσο εγκαταστάθηκε γενουατική εμπορική διοίκηση συμβουλευτικού χαρακτήρα. Από εδώ εξάγονταν προς τη Δύση μεγάλες ποσότητες σιτηρών και στυπτηρίας από το εμιράτο του Γερμιάν. Κατά την έκφραση του Balard, η Έφεσος έγινε «η πραγματική πύλη της τουρκικής Ανατολής».22 Μάλιστα, στο ναό του Θεολόγου έχουν ανακαλυφθεί δύο επιτάφιες πλάκες που ανήκαν σε Γενουάτες εμπόρους.
4. Οικιστική ανάπτυξη και μνημεία
4.1. Πρωτοβυζαντινή περίοδος
4.1.1. Ο οικισμός και τα μνημεία της Εφέσου
Η πόλη της Έφεσου βρισκότανσε ανάπτυξη κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Η οικονομική της δύναμη πιστοποιείται από τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ανασκαφών, οι οποίες έφεραν στο φως πολυάριθμα έργα που πραγματοποιήθηκαν με χορηγίες των πλουσιότερων κατοίκων της. Οι αυτοκράτορες, οι ανθύπατοι, απλοί ιδιώτες, μέλη της βουλής καθώς και η Εκκλησία της Εφέσου έγιναν χορηγοί στην ανέγερση ή επισκευή πολλών δημόσιων κτηρίων και μνημείων της πόλης, όπως τα λουτρά του αυτοκράτορα Κωνσταντίου, η Αρκαδιανή οδός του αυτοκράτορα Αρκαδίου, υδραγωγεία και αποθήκες. Οι χορηγίες της Εκκλησίας της Εφέσου είχαν κυρίως σχέση με την ανέγερση ναών ή με την άσκηση φιλανθρωπίας. Ο μετέπειτα μητροπολίτης Εφέσου Βασσιανός ήταν υπεύθυνος για την ανέγερση πτωχοκομείου (430). Στην Πρωτοβυζαντινή περίοδο χρονολογούνται τα ανάκτορα του ανθύπατου της Ασίας, ένα εντυπωσιακό κτηριακό συγκρότημα που έχει χρονολογηθεί γενικά στον 6ο αιώνα. Κοντά σε αυτό βρισκόταν μία επιμήκης κοσμική βασιλική που καταστράφηκε το 262 και ξαναχτίστηκε στο δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα ως τρίκλιτος ναός με νάρθηκα, άτριο και βαπτιστήριο, στην οποία ήταν προσαρτημένο το επισκοπικό ανάκτορο. Η εκκλησία αυτή αφιερώθηκε στη Θεοτόκο. Σε αυτήν έγιναν οι Σύνοδοι του 431 (Γ' Οικουμενική) και του 449 (Ληστρική). Η Αρκαδιανή οδός ήταν μία από τις κύριες αρτηρίες της πόλης, που οδηγούσε από το λιμάνι στο θέατρο και ήταν πλαισιωμένη από στοές. Στην Αρκαδιανή τοποθετήθηκαν τέσσερις κίονες που έφεραν τα αγάλματα των ευαγγελιστών, δωρεά του Φροντίνου (πιθανώς ανθύπατου Ασίας). Επιπλέον στην Έφεσο υπήρχαν λουτρά, γυμνάσια, βιβλιοθήκες, το Θέατρο και άλλα δημόσια κτήρια. Σε άμεση γειτνίαση με το Θέατρο βρισκόταν η αγορά γύρω από μεγάλη πλατεία με κιονοστοιχίες. Όλα αυτά τα κτήρια φέρουν σημεία της συνεχούς χρήσης τους καθ’ όλη την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, επισκευές και επαναχρησιμοποιημένα υλικά. Από την αγορά ξεκινούσε ο έμβολος, μεγάλος δρόμος στρωμένος με μάρμαρο που οδηγούσε σε μεγάλη πλατεία μπροστά στο ναό του Δομιτιανού. Ο έμβολος ήταν το κέντρο της πόλης, καθώς διέσχιζε μία περιοχή με πυκνή κατοίκηση, μαγαζιά και δημόσια κτήρια (εδώ βρίσκονταν το Πρυτανείο και το Βουλευτήριο).
4.1.2. Τα ιερά προσκυνήματα της Εφέσου
Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση στο λόφο του Panayirdağıτάφηκαν ο άγιος Τιμόθεος, η αγία Ερμιόνη, η Μαρία η Μαγδαληνή και ο Φίλιππος ο Ευαγγελιστής. Στο Panayirdağıβρισκόταν το σπήλαιο των Επτά Κοιμωμένων Παίδων της Εφέσου, το οποίο υπήρξε ένα από τα κύρια προσκυνήματα της πόλης και έχει ταυτιστεί με θολωτή κρύπτη στην ανατολική πλαγιά του λόφου, ενώ πλαισιωνόταν από κατακόμβες και ναό της εποχής του Θεοδοσίου Α'. Στην περιοχή αυτή, εξάλλου, βρισκόταν και η νεκρόπολη της Εφέσου, εκατέρωθεν δρόμου που κατά την Αρχαιότητα οδηγούσε βόρεια προς το ναό της Αρτέμιδος. Στη Βυζαντινή εποχή ο δρόμος οδηγούσε στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, εκεί τάφηκε ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής και πάνω στον τάφο του χτίστηκε αρχικά ένα μαρτύριο, που επεκτάθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Με χορηγία του Ιουστινιανού Α' τα παλαιότερα κτίσματα καταστράφηκαν και στη θέση τους το 535/6 άρχισε να κατασκευάζεται μία τρίκλιτη σταυροειδής βασιλική με άτριο, νάρθηκα, υπερώα και βαπτιστήριο. Το κεντρικό και το εγκάρσιο κλίτος στεγάζονταν με έξι τρούλους, ώστε να αναδεικνύεται το σχήμα του σταυρού. Η βασιλική του Θεολόγου χτίστηκε σύμφωνα με το πρότυπο αρχιτεκτονικό σχέδιο των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, κατά το οποίο χτίστηκε αργότερα και ο Άγιος Μάρκος της Βενετίας. Σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση, στην Έφεσο βρισκόταν (πιθανώς στο ναό του Θεολόγου) ο λίθος στον οποίο πλύθηκε το σώμα του Χριστού μετά την Αποκαθήλωση. Ο λίθος αυτός μεταφέρθηκε το 12ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου τοποθετήθηκε αρχικά στα ανάκτορα και στη συνέχεια μπροστά στον τάφο του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180) στη μονή του Χριστού Παντοκράτορος.
4.2. Μεσοβυζαντινή-Υστεροβυζαντινή περίοδος
4.2.1. Γενικά
Ο συνδυασμός της καταστροφής από το σεισμό του 614 και από τους περσικούς πολέμους και τις αραβικές επιδρομές που ακολούθησαν συντέλεσε ώστε η Έφεσος να αλλάξει εντελώς μορφή κατά την περίοδο αυτή. Μεγάλα τμήματα της πόλης (κυρίως στα νότια) εγκαταλείφθηκαν και η Έφεσος χωρίστηκε στη συνέχεια σε δύο οικισμούς. Ο ένας βρισκόταν δίπλα στο λιμάνι και ο άλλος αναπτύχθηκε γύρω από τον επίσης τειχισμένο ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Έχουν σωθεί δύο σχετικές με την Έφεσο αναφορές: στο Βίο του αγίου Βιλλιβάλδου (8ος αι.) αναφέρεται ότι η Έφεσος βρισκόταν ένα μίλι μακριά από τη θάλασσα και ότι ο ναός του Θεολόγου βρισκόταν σε τόπο περίβλεπτο (loco specioso).23 Ο Odo του Deuil (12ος αι.) αναφέρει ότι στην Έφεσο, μεταξύ των ερειπίων που φανέρωναν την αρχαία δόξα της πόλης, βρισκόταν ο ναός του Θεολόγου, πάνω σε λόφο και περιτριγυρισμένος από τείχη, για να αντιστέκεται στους εχθρούς (in quondam terrae tumulo contra paganos muro circumdatum).24
4.2.2. Το όνομα της μεσοβυζαντινής και υστεροβυζαντινής πόλης
Στο Βίο του Λαζάρου του Γαλησιώτου (11ος αι.) η Έφεσος χαρακτηρίζεται συχνά κάστρο, ενώ πολλές φορές ονομάζεται «Θεολόγος» ή «Ηγαπημένος», ένα επίθετο που δινόταν στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Σύμφωνα με τον Foss, η αυξανόμενη χρήση κατά τους βυζαντινούς χρόνους του ονόματος Θεολόγος ερμηνεύεται ως παρακμή της πόλης δίπλα στο λιμάνι, που είχε στο μεταξύ αχρηστευθεί εξαιτίας των προσχώσεων του Καΰστρου, και μεταφορά του αστικού κέντρου στον τειχισμένο οικισμό γύρω από το ναό του Ιωάννη του Θεολόγου.25 Στους Ιταλούς εμπόρους που εγκαταστάθηκαν στην Έφεσο μετά το 1261 οφείλεται και ένα από τα μεσαιωνικά ονόματα της Εφέσου, το Altoluogo, που είναι παραφθορά του ονόματος «Θεολόγος». Από τη μεσαιωνική ελληνική ονομασία της πόλης προέρχεται εξάλλου και η τουρκική ονομασία Ayasılıq ή Ayasoluk (από το «Άγιος Θεολόγος»).
4.2.3. Η πόλη του λιμανιού
Τα πιο ζωτικά μέρη της πρωτοβυζαντινής πόλης, ο έμβολος και η αγορά, εγκαταλείφθηκαν και δεν ξαναχτίστηκαν ποτέ, αφήνοντας μεγαλύτερο από το μισό τμήμα της πόλης έξω από τα τείχη. Το θέατρο αποτέλεσε το νοτιότερο τμήμα των νέων τειχών, που περιέκλεισαν τις δύο κορυφές του Panayirdağı στα ανατολικά, το Bulbuldağı στα δυτικά και το λιμάνι στα βορειοδυτικά. Τα τείχη της βυζαντινής πόλης καθορίστηκαν εν πολλοίς από ήδη υπάρχοντες δρόμους, κτήρια και από τα ίδια τα αρχαία τείχη της Εφέσου. Στη βυζαντινή οχύρωση της Εφέσου χρησιμοποιήθηκε η τεχνική του αρχαίου, λυσιμάχειου τείχους, ιδιαίτερα φανερή στα τμήματα του Panayirdağı. Σε όλο το μήκος των τειχών της πόλης του λιμανιού υπήρχαν μόνο τρεις ή τέσσερις πύργοι. Για την οικοδόμησή τους χρησιμοποιήθηκαν κυρίως δόμοι από τα παλαιότερα τείχη της πόλης ή από άλλα κτήρια, αρχιτεκτονικά μέλη αλλά και αδρά κατεργασμένες πέτρες. Τα τείχη ήταν πάχους περίπου 3,30 έως 3,40 μ. και πιθανώς έφεραν πλατύ περίπατο και επάλξεις. Σήμερα τα τείχη διατηρούνται σε κακή κατάσταση ιδιαίτερα στην ανωδομή και δεν έχουν γίνει ανασκαφές προκειμένου να διαπιστωθεί η θέση των κλιμάκων ή των πυλών. Τα τείχη της πόλης του λιμανιού έχουν χρονολογηθεί γενικά στον 7ο ή στις αρχές του 8ου αιώνα. Κατά τον Müller-Wiener η πόλη του λιμανιού εγκαταλείφθηκε πιθανόν μεταξύ του 10ου και του 11ου αιώνα. Κατά τον ίδιο μελετητή σημαντικός παράγοντας ήταν η ελονοσία που προκαλούσαν οι προσχώσεις του Καΰστρου, που είχαν αποτέλεσμα τη μετατροπή μεγάλων εκτάσεων γύρω από την Έφεσο σε βάλτο. Σε σχέση με αυτό το μειονέκτημα της πόλης του λιμανιού, η τοποθεσία στην οποία βρισκόταν ο ναός του Θεολόγου ήταν πολύ καλύτερη –αλλά και πιο οχυρή– και ευνοούσε την ανάπτυξη οικισμού.26 Την άποψη ότι κατά την εποχή αυτή η πόλη δίπλα στο λιμάνι άρχισε να παρακμάζει, προς όφελος του Θεολόγου, την υποστηρίζει και ο Foss.27
4.2.4. Ο οικισμός του Θεολόγου
Ο οικισμός του Θεολόγου βρισκόταν περίπου 2,5 χλμ. βορειοανατολικά της αρχαίας Εφέσου, πάνω στο λόφο του Ayasoluk. Ο οικισμός αναπτύχθηκε πιθανώς σταδιακά, αρχικά για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των προσκυνητών. Τα τείχη της πόλης του Θεολόγου, χτισμένα με σπόλια και συνδετικό υλικό, έχουν χρονολογηθεί στον 6ο αιώνα, παρά το γεγονός ότι οι ιστορικές συνθήκες δε στηρίζουν αυτή την άποψη. Κατά τον Foss θα πρέπει και αυτά να χρονολογηθούν στον 7ο αιώνα, με πιθανότερη την εποχή της βασιλείας του Κώνσταντα Β' (641-658).28 Η πόλη χωριζόταν σε δύο μέρη, την κάτω, που περιλάμβανε και το ναό του Ιωάννη Θεολόγου, και το οχυρό στη βόρεια άκρη του λόφου. Η κύρια είσοδος βρισκόταν στη νότια πλευρά και αποτελούνταν από την εξωτερική πύλη, πλαισιωμένη από ισχυρούς πύργους, που οδηγούσε σε σχεδόν ορθογώνια αυλή και στη δεύτερη, εσωτερική πύλη. Στο σύνολο αυτό έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον τρεις φάσεις, που φτάνουν μέχρι τον 13ο αιώνα, εποχή κατά την οποία δημιουργήθηκε και το εσωτερικό οχυρό του οικισμού, πιθανώς έπειτα από σεισμό που είχε αποτέλεσμα την ανάληψη σημαντικών επιδιορθωτικών εργασιών στα τείχη του Θεολόγου αλλά και σε άλλα κάστρα της περιοχής. Η κάτοψη του φρουρίου είναι πολυγωνική με 16 πύργους, ενώ πύργοι υπάρχουν σε όλο το μήκος των εξωτερικών τειχών. Μετά την τουρκική κατάκτηση το φρούριο παρέμεινε σε χρήση, σε αντίθεση με τα τείχη του οικισμού, που κατέπεσαν και με το πέρασμα του χρόνου καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό.
4.2.5. Ο πληθυσμός της Εφέσου κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο
Στην πόλη της Εφέσου, ή κοντά σε αυτήν στα γύρω χωριά, διέμενε, εκτός από τον γηγενή πληθυσμό, και σημαντικός πληθυσμός ξένων, όπως Ιουδαίοι, Βούλγαροι και Άραβες. Οι Ιουδαίοι ζούσαν ειρηνικά μαζί με τους χριστιανούς. Η παρουσία Βουλγάρων στην περιοχή εξηγείται από την πολιτική της μετοίκησης πληθυσμών που εφάρμοσαν οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. Οι Βούλγαροι κατοικούσαν στο χωριό Βούλγαριν και ήταν πιθανώς συμπαγής πληθυσμός μεταξύ των γηγενών κατοίκων. Οι Άραβες ήταν ολιγάριθμοι και ενσωματώνονταν στην κοινωνία δεχόμενοι το βάπτισμα. Στην περιοχή είναι επίσης πιθανόν ότι διέμεναν Αρμένιοι, γεγονός που δεν μαρτυρείται από το Βίο του Λαζάρου, αλλά αναφέρεται στο Περί βασιλείου τάξεως του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' (10ος αι.). Οι Αρμένιοι στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν στρατιώτες επιφορτισμένοι με τη φύλαξη της παραλίας του θέματος Θρακησίων.29
1. Honigmann, E. (επιμ.), Le Synekdemos d’Hierokles et l’opuscule geographique de Georges de Chypre (Corpus Bruxellense Historiae Byzantinae, Forma Imperii Byzantini fasc. I, Bruxelles 1939), σελ. 21, αρ. 659.1. 2. Stephanos Byzantinii [i.e. Stephani Byzantii], Εθνικών (Stephani Byzantinii Ethnicorum quae supersunt), στο Meineke, A. (επιμ.), A Geographical Lexicon on Ancient Cities, Peoples, Tribes and Toponyms (Berlin 1849, ανατύπωση Chicago 1992), 288.17. 3. Constantine Porphyrogenitus, De Administrando Imperio, Moravcsik, G. (επιμ.), (CFHB I, Washington DC 1967), κεφ. 20.11· Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late Αntique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 105. 4. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 105-6. 5. Theophanes, Chronographia, de Boor, C. (επιμ.), (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonn 1883), 445.3 κ.ε.· Auzépy, M.-F. (επιμ.), La vie d’Étienne le Jeune par Étienne le Diacre (BBOM 3, Birmingham 1997), 161.23-27. 6. Rochow, I., Byzanz im 8. Jahrhundert in der Sicht des Theophanes. Quellenkritisch-historischer Kommentar zu den Jahren 715-813 (BBA 57, Berlin 1991), σελ. 222-223, 231· Lilie, R.-J., Die byzantinische Reaktion auf die Ausbreitung der Araber. Studien zur Strukturwandlung des byzantinischen Staates im 7. und 8. Jhd. (MBM 22, München 1976), σελ. 173, σημ. 43. 7. Lilie, R.-J., Die byzantinische Reaktion auf die Ausbreitung der Araber. Studien zur Strukturwandlung des byzantinischen Staates im 7. und 8. Jhd. (MBM 22, München 1976), σελ. 177· Rochow, I., Byzanz im 8. Jahrhundert in der Sicht des Theophanes. Quellenkritisch-historischer Kommentar zu den Jahren 715-813 (BBA 57, Berlin 1991), σελ. 271. 8. Iosephi Genesii, Regum Libri Quattuor, Lesmüller, A. – Thurn,W. – Thurn I. (επιμ.) (CFHB XIV, Berlin-New York 1978), 86.70-72. 9. Delehaye, H., “Vita S. Pauli Iunioris in monte Latro”, AB 11 (1892), σελ. 38-39. 10. Failler, A., “Éphèse fut-elle prise en 1304 par les Turcs de Sasan?”, REB 54 (1996), σελ. 245-248. 11. Για τις ομάδες αυτές, που είναι οργανώσεις υποστηρικτών είτε των Πρασίνων και των Βενέτων, είτε των μονομάχων, είτε και συγκεκριμένων επιφανών οικογενειών βλ. Cameron, A., Circus Factions. Blues and Greens at Rome and Byzantium (Oxford 1976), σελ. 77-78. 12. Cameron A., Circus Factions. Blues and Greens at Rome and Byzantium (Oxford 1976), σελ. 146-148· Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 15-17. 13. Για τα θέματα γενικά βλ. Haldon, J., Byzantium in the Seventh Century. The transformation of a Culture (Cambridge 1990), σελ. 208 κ.ε.· Lilie, R.-J., Die byzantinische Reaktion auf die Ausbreitung der Araber. Studien zur Strukturwandlung des byzantinischen Staates im 7. und 8. Jhd. (MBM 22, München 1976), σελ. 287 κ.ε.· Lilie, R.-J., “Die zweihundertjährige Reform. Zu den Anfängen der Themenorganisation im 7. und 8. Jahrhundert”, BSl 45 (1984), σελ. 27-39. 14. Βλ. κυρίως Lilie, R.-J., “Thrakien und Thrakesion. Zur byzantinischen Provinzorganisation am Ende des 7. Jahrhunderts”, JÖB 26 (1977), σελ. 7-47· Haldon, J., Byzantium in the Seventh Century. The transformation of a Culture (Cambridge 1990), σελ. 212-215. 15. Zacos, G. – Veglery, A., Byzantine Lead Seals (Basel 1972), αρ. 2561Α. 16. De sancto Lazaro, monacho in monte Galesio (AASS Novembris t. III, Bruxelles 1910), σελ. 540, κεφ. 103· Κατά το Βίο, ο Ιωάννης του Μίτα είχε για ένα διάστημα το αξίωμα του διοικητή Εφέσου και αρτοκοπείου. Βλ. και Greenfield, R., The Life of Lazaros of Mt. Galesion: an Eleventh-Century Pillar Saint (Washington, D.C. 2000), σελ. 195, σημ. 451. 17. Constantinus Porphyrogenitus, De thematibus, Pertusi, A. (επιμ.), (Studi e Testi 160, Vaticano 1952), 81.13-82.14. 18. Ahrweiler, H., “L’histoire et la géographie de la région de Smyrne, entre les deux occupations turques (1081-1317) particulièrement au XIIIe siècle”, TM 1 (1965), σελ. 128-130. 19. Nicephori Blemmydae, Autobiographia sive curriculum Vitae necnon epistula universalior, Munitiz, J. (επιμ.), (Corpus Christianorum s. Graeca 13, Brepols 1984), ΙΙ κεφ. 83.3-5. 20. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 185-187. 21. Lilie, R.-J., Handel un Politik zwischen dem byzantinischen Reich und den italienischen Kommunen Venedig, Pisa und Genua in der epoche der Komnenen und der Angeloi (1081-1204) (Amsterdam 1984), σελ. 154-155. 22. Balard, M., La Romanie Génoise (XIIe-début du XVe siècle) (Rome-Genova 1978), σελ. 170. 23. Vita Willibaldi episcopi Eichstensis (MGH SS XV/1), 93.15-17. 24. Berry, V., Odo of Deuil, De profectione Ludovici VII in Orientem (διδακτορική διατριβή, Morningside Heights-New York 1948), σελ. 106. 25. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 121-122. 26. Müller-Wiener, W., “Mittelalterliche Befestigungen im südlichen Ionien”, IM 11 (1961), σελ. 89. 27. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 121-122. 28. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 107. 29. Λαμπροπούλου, Ά., Βίος του οσίου Λαζάρου (Διατριβή, Αθήνα 1986), σελ. 160. Βλ. και Constantinus Porphyrogenitus, De cerimoniis aulae byzantinae I (CSHB, Bonn 1829), 667.3-5.
|